Εκτύπωση  Αποστολή TΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ
Κυκλοφορεί
ΤΕΥΧΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ
Αρχείο περιοδικών
 
 
 Αρχική Σελίδα
 Επικαιρότητα
 Τεχνικά ¶ρθρα
 Γραμμή Παραγωγής
Θέσεις
 Ατζέντα
 Ταυτότητα
 Χρήσιμα links
 Επικοινωνία
   
Γίνε συνδρομητής!  
 

στο διαδίκτυο
στο site
 
 
 
Κυριάκος Λουφάκης: "Να φθάσουν άμεσα τα χρήματα του ΕΣΠΑ στην αγορά"
 




«Μετά τη θετική απόφαση στο πρόσφατο Eurogroup, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των ξένων προς τη χώρα θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα της ελληνικής κυβέρνησης» εκτιμά ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος.

Ο Κυριάκος Λουφάκης, μιλώντας στη "Μετάδοση Ισχύος", επισημαίνει πως η εμπιστοσύνη είναι το κλειδί για την ανάκαμψη της οικονομίας και την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, και τονίζει πως οι εξαγωγείς έχασαν πολλές δουλειές το προηγούμενο διάστημα εξαιτίας του υψηλού επενδυτικού ρίσκου της χώρας μας (country risk).

Ιδιαίτερο βάρος, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να δοθεί στην αποκατάσταση της ρευστότητας για να πάρει ανάσα η πολύπαθη αγορά. Και προς αυτή την κατεύθυνση, όπως υπογραμμίζει, πρέπει να προχωρήσουν ταχύτατα οι διαδικασίες για την εκταμίευση των ενισχύσεων από τα προγράμματα του ΕΣΠΑ που καθυστερούν αδικαιολόγητα πολύ.

«Παρότι έχουν υποβληθεί αρκετές προτάσεις, υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην αξιολόγηση των προγραμμάτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ξεκινήσουν αυτά τα επενδυτικά έργα και να μην πέφτουν στην οικονομία τα χρήματα που προσδοκούμε» σημειώνει χαρακτηριστικά.

Επισημαίνει ακόμη ότι ανεξάρτητα από τα σοβαρά εμπόδια που υπάρχουν στην επιχειρηματικότητα, οι ελληνικές εξαγωγές θα κινηθούν ανοδικά και τη φετινή χρονιά, ενώ χαρακτηρίζει θετική την ολοκλήρωση της παραχώρησης του λιμανιού της Θεσσαλονίκης στους νέους επενδυτές, θεωρώντας ότι θα αποφέρει σημαντικά οφέλη για την ευρύτερη περιοχή της Β. Ελλάδας.

– Στο πρόσφατο συνέδριο του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων υπογραμμίστηκε η ανάγκη να ανακτήσει η χώρα την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών, ως προϋπόθεση για την έξοδο από την κρίση. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη για τη σημασία της εμπιστοσύνης; Και αν ναι γιατί είναι τόσο σημαντική;

– Είναι σημαντική για πάρα πολλούς λόγους. Καταρχάς, γιατί εάν δεν επανέλθει η εμπιστοσύνη στη χώρα, οι δυνατότητες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων θα παραμείνουν εξαιρετικά ασθενείς και προβληματικές. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα αυτή τη στιγμή είναι η έλλειψη χρηματοδότησης της οικονομίας και συνεπώς των εξαγωγών.

Επιπλέον, ανακτώντας την εμπιστοσύνη, μπορούμε πιο εύκολα να διεκδικούμε δουλειές στο εξωτερικό, κάτι που δυσχέραινε η προηγούμενη αβεβαιότητα. Πολλές φορές χάναμε δουλειές εξαιτίας της καχυποψίας για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Είναι χαρακτηριστικό πως πριν από μερικούς μήνες, προκειμένου να πάρουμε παραγγελίες, μας ζητούσαν εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης. Αυτά είναι ζητήματα που σχετίζονται με την εμπιστοσύνη.

Την αβεβαιότητα για το μέλλον εκμεταλλεύονταν φυσικά οι ανταγωνιστές μας, για να κερδίσουν περισσότερες δουλειές, αλλά και οι πελάτες μας, για να πετύχουν καλύτερες τιμές.

Υπάρχουν πολλές εξαγωγικές επιχειρήσεις σήμερα στην Ελλάδα που θέλουν πρώτες ύλες προκειμένου να ολοκληρώσουν την παραγωγική τους διαδικασία, αλλά εξαιτίας του υψηλού ρίσκου της χώρας μας (country risk) δεν μπορούν να πάρουν τις απαραίτητες πιστώσεις από το εξωτερικό.

Είναι λοιπόν ανάγκη να επανέλθει η εμπιστοσύνη, προκειμένου να επιστρέψουμε σε ομαλούς ρυθμούς χρηματοδότησης της οικονομίας και των εξαγωγών, καθώς η ρευστότητα ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα χαμηλή.

– Μπορεί η πρόσφατη συμφωνία στο Eurogroup να ανοίξει το δρόμο για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης; Είναι μια βάση για την επανεκκίνηση της οικονομίας;

– Ήταν αναγκαίο και απαραίτητο να ολοκληρωθεί η συμφωνία, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Πρέπει να εξασφαλιστούν αρκετές ακόμη προϋποθέσεις για να προχωρήσουμε μπροστά, όπως είναι για παράδειγμα η εφαρμογή του εξωδικαστικού συμβιβασμού, από τον οποίο μπορεί να απελευθερωθούν σημαντικοί πόροι προς την πραγματική οικονομία.

Σημαντικό πρόβλημα είναι η υπερφορολόγηση, η οποία καθηλώνει την οικονομία, υπονομεύει την ανάκαμψη και αναγκάζει πολλές επιχειρήσεις και πολλά στελέχη να φύγουν στο εξωτερικό.

Το ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί εμπεριέχει τον κίνδυνο να πετύχει η εγχείρηση, αλλά τελικά ο ασθενής να πεθάνει. Αυτή τη στιγμή η πραγματική οικονομία υποφέρει. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έχουν αντέξει στην κρίση ασφυκτιούν, εξαιτίας της υπερφορολόγησης, της έλλειψης ρευστότητας και της αβεβαιότητας που καθιστούν προβληματική την επιβίωσή τους.

Χρειάζεται λοιπόν να ληφθούν άμεσα μέτρα για τις μικρομεσαίες που παράγουν και εξάγουν, καθώς η χώρα τις έχει μεγάλη ανάγκη.

Φαίνεται πάντως να προχωρούν τα μεγάλα project των αποκρατικοποιήσεων που έμεναν στάσιμα, όπως το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, το Ελληνικό κ.ά. και να γίνονται βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

– Τα τελευταία χρόνια, πάντως, έγιναν σημαντικές παρεμβάσεις στα εργασιακά, ώστε να μειωθεί το κόστος παραγωγής... Δεν βοήθησαν καθόλου;

– Μπορεί το εργατικό κόστος να είναι πλέον φθηνό στην Ελλάδα, αλλά το κόστος παραγωγής δεν είναι μόνο το εργατικό. Υπάρχει και το «μη μισθολογικό κόστος». Δεν αρκεί να είναι χαμηλός ο μισθός των εργαζομένων , όταν την ίδια στιγμή έχουν αυξηθεί όλα τα υπόλοιπα κόστη , από την ενέργεια και τις εισφορές μέχρι τα ασφάλιστρα, την ακίνητη περιουσία και τους φόρους.

Δυστυχώς στην Ελλάδα, παρά τη μείωση των μισθών, το κόστος παραγωγής δεν έχει μειωθεί, ενώ παραμένει δύσκολη και η πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Πρέπει να δοθούν φορολογικά κίνητρα, αν θέλουμε να επιστρέψουν και αυτοί που έφυγαν στο εξωτερικό εξαιτίας της φορολογίας.

– Πόσο έχουν βοηθήσει τα προγράμματα του ΕΣΠΑ στην ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων και στην υλοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων;

– Αν και είναι θετικό που ξεκίνησαν κάποια προγράμματα του ΕΣΠΑ και που ψηφίσθηκε ο αναπτυξιακός νόμος, ωστόσο δεν έχουνε φτάσει ακόμα στην αγορά τα αντίστοιχα χρήματα.

Παρότι προκηρύχθηκαν και έχουν υποβληθεί αρκετές προτάσεις, η γραφειοκρατία εξακολουθεί να βάζει προσκόμματα. Έτσι υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην αξιολόγηση των προγραμμάτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ξεκινήσουν τα επενδυτικά έργα και να μην εισέρχονται στην οικονομία τα χρήματα που προσδοκούμε.

– Γίνεται πολύς λόγος για την ανάγκη να στραφούν οι Έλληνες εξαγωγείς σε νέες αγορές, πέραν της ΕΕ. Είναι μια στρατηγική που πρέπει να ειδωθεί πιο σοβαρά;

– Εξαρτάται για ποιο προϊόν μιλάμε. Η Ευρώπη δεν είναι μια κακή αγορά. Το αντίθετο!

Για παράδειγμα, αν καταφέρναμε να στείλουμε στην Ευρώπη περισσότερα αγροδιατροφικά προϊόντα, αυτό θα ήταν μια καλή εξέλιξη, γιατί τα περιθώρια κέρδους είναι μεγαλύτερα απΆ ό,τι αν τα στέλνουμε τα σε τρίτες χώρες εκτός Ε.Ε.

Αυτό φάνηκε και από το εμπάργκο της Ρωσίας, όταν αναγκαστήκαμε να αναζητήσουμε άλλες αγορές για να διοχετεύσουμε την παραγωγή μας, χωρίς να το καταφέρουμε πλήρως.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνεται συνεχής προσπάθεια για περισσότερη διαφοροποίηση των αγορών στις οποίες κατευθύνονται τα ελληνικά προϊόντα. Πρέπει να επιδιώξουμε να πάμε σε αγορές που είναι περισσότερο κερδοφόρες.

Ωστόσο, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προσφέρεις κάτι διαφορετικό και με υψηλή προστιθέμενη αξία.

– Η Κίνα θεωρείται μια πολλά υποσχόμενη αγορά για τα ελληνικά προϊόντα, ενώ λέγεται πως υπάρχει και σχετική ζήτηση. Γιατί πιστεύετε ότι δεν έχουμε κερδίσει μια αξιόλογη θέση στην κινέζικη αγορά, παρά τη σύσφιγξη των διμερών σχέσεων με την Κίνα; Μήπως χάσαμε οριστικά και αυτό το "στοίχημα";

– Η αγορά της Κίνας είναι μια πολύ μεγάλη αγορά. Σίγουρα, τα πράγματα για τα ελληνικά προϊόντα θα μπορούσαν να είναι πολύ καλύτερα, και σίγουρα δεν έχουμε χάσει το στοίχημα.

Νομίζω όμως ότι αυτό που πρέπει η Ελλάδα να εκμεταλλευθεί από τη στενή συνεργασία της με την Κίνα δεν είναι μόνο οι άμεσες εξαγωγές ελληνικών προϊόντων, τις οποίες πρέπει να προσπαθήσει να κάνει όσο πιο επιτυχημένα μπορεί.

Θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό να επενδύσει η χώρα μας στην προώθηση των κινέζικων προϊόντων στην κεντρική Ευρώπη, λόγω της μοναδικής γεωγραφικής της θέσης.

Μια τέτοια προοπτική μπορεί να έχει σημαντική προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία, που είναι και το ζητούμενο.

– Ποιες είναι οι προβλέψεις για τις επιδόσεις των ελληνικών εξαγωγών τη φετινή χρονιά; Είστε αισιόδοξος ότι μπορούμε να πάμε για νέο ρεκόρ εξωστρέφειας;

– Οι ελληνικές εξαγωγές τον τελευταίο καιρό καταγράφουν αξιόλογες επιδόσεις. Οι πρώτοι μήνες του 2017 ήτανε θετικοί, και οι εξαγωγές σημείωσαν μεγάλη άνοδο.

Αν και τον Απρίλιο υπήρξε μια επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, όμως ο μήνας παραμένει θετικός σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες του 2017.

Νομίζω ότι το 2017 θα είναι μια καλή εξαγωγική χρονιά, όπως δείχνουν τα στοιχεία· εκτός και αν συμβούν απρόβλεπτα γεγονότα.

– Ποιες προοπτικές ανοίγονται για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, μετά την οριστικοποίηση της παραχώρησης στο γαλλογερμανικό επενδυτικό σχήμα DIEP - CMA, στο οποίο συμμετέχει και ο Ιβάν Σαββίδης;

– Στο πρόσφατο συνέδριο του ΣΕΒΕ Export Summit παρουσιάστηκε το πλάνο και ο σχεδιασμός για την επόμενη μέρα του λιμένα από το συντονιστή της κοινοπραξίας, ο οποίος δεσμεύτηκε και ηθικά απέναντί μας να προχωρήσει τις αναγκαίες επενδύσεις πολύ πιο γρήγορα από αυτό που προβλέπει η σύμβαση παραχώρησης. Φαίνεται πως το λιμάνι της Θεσσαλονίκης είναι στρατηγικής σημασίας για την κοινοπραξία –και ειδικά για το Γάλλο επικεφαλής που θα έχει και τη διαχείριση– και πως θα γίνουν γρήγορα οι προγραμματισμένες επενδύσεις, ώστε να αναβαθμιστεί ο ρόλος του ΟΛΘ στην ευρύτερη περιοχή.

Οι προθέσεις του νέου παρόχου μοιάζουν να ταιριάζουν με την ανάγκη της περιοχής μας για ανάπτυξη, και αυτό είναι κάτι πολύ ευχάριστο.

– Παρά τη σημαντική άνοδο που καταγράφουν οι εξαγωγές τα τελευταία χρόνια, πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν έχουν αναπτυχθεί στο βαθμό που θα έπρεπε. Μάλιστα λένε ότι η αύξηση της συμμετοχής των εξαγωγών στο ΑΕΠ είναι πλασματική και οφείλεται στη μείωση του ΑΕΠ. Τι λέτε για αυτό;

– Αυτό είναι σε ένα βαθμό σωστό. Οι ελληνικές εξαγωγές πριν την κρίση αντιπροσώπευαν περίπου το 8% του ελληνικού ΑΕΠ και σήμερα αντιπροσωπεύουν περίπου το 15%.

Σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ, σχεδόν διπλασιάστηκαν. Βεβαίως και το ΑΕΠ σήμερα είναι πολύ μικρότερο, αλλά όχι και το μισό απΆ ό,τι ήτανε στο ξεκίνημα της κρίσης. Είναι περίπου 30% μικρότερο. ¶ρα οι εξαγωγές αυξήθηκαν και σαν απόλυτο νούμερο την περίοδο της κρίσης, περίπου 1 δισ. ευρώ. Σίγουρα δεν αυξάνονται με τον εντυπωσιακό ρυθμό που αυξάνονται ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Εάν κάτι με απασχολεί στις ελληνικές εξαγωγές, είναι ότι έπρεπε να αυξηθούν ακόμη πιο γρήγορα.

Επίσης με απασχολεί η χαμηλή προστιθέμενη αξία των ελληνικών εξαγωγών Εάν δείτε τη σύνθεση των εξαγωγών κατά τους πρώτους μήνες του 2017, θα δείτε ότι η μεγάλη αύξηση οφείλεται στα πετρελαιοειδή.

Από τη φύση τους, τα πετρελαιοειδή είναι προϊόντα με χαμηλή προστιθέμενη αξία. Καρπωνόμαστε μόνο το κόστος της διύλισης, το οποίο είναι συγκεκριμένο και περιορισμένο, είτε η τιμή του βαρελιού είναι 50 είτε 100 ευρώ.

Τα ελληνικά διυλιστήρια βέβαια πηγαίνουνε καλά, γιατί προχώρησαν σε σημαντικές επενδύσεις και κατάφεραν να έχουν διεθνώς ανταγωνιστικές μονάδες. Συνεπώς μπορούν να διυλίσουν προϊόντα με χαμηλό σχετικά κόστος και να πουλάνε στην αγορά.

Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, η προστιθέμενη αξία των εξαγωγών μας δεν είναι τόσο μεγάλη όσο θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι. Ακόμη και αν διπλασιαστούν οι εξαγωγές μας, δεν σημαίνει ότι θα διπλασιαστεί και το κέρδος που μένει στην Ελλάδα.

ΓιΆ αυτό πρέπει να αυξήσουμε την προστιθέμενη αξία των ελληνικών εξαγωγών.
 
 Θέσεις
Κωνσταντίνος Μπίτσιος: Στηρίζουμε την εξωστρέφεια και τους εξαγωγείς
Δημήτρης Λακασάς: Νέα μονάδα και άνοιγμα στη ναυτιλία από την Olympia Electronics
dsf
Τίνα Κουμάκη: Ανάπτυξη με σταθερά βήματα και ισχυρές συνεργασίες
Πολυδεύκης Τυφλιώρης: Θα ανακάμψει σταδιακά η ελληνική βιομηχανία
Ζητείται βιομηχανική πολιτική
Η αγορά εκπέμπει SOS
Μονόδρομος η καινοτομία
Η κρίση: Eυκαιρία ή καταστροφή;
Η αγορά δεν μπορεί να περιμένει
© ΤΕΧΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗ  | Όροι χρήσης  | Πληροφορίες