ΑρχικήΕπικαιρότηταΓραμμή παραγω...

Γραμμή παραγωγής ελαιολάδου Η επεξεργασία του ελαιοκάρπου σε ένα υπερσύγχρονο ελαιοτριβείο της Μυτιλήνης

ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΤΡΑΓΑΚΗΣ

Στο νησί των δέκα εκατομμυρίων ελαιοδέντρων βρέθηκε η Μετάδοση Ισχύος μεσούσης της ελαιοκομικής περιόδου, η οποία ξεκινά στη Μυτιλήνη Νοέμβριο – Δεκέμβριο και τελειώνει τον Απρίλιο –λόγω της όψιμης ποικιλίας της ελιάς που ευδοκιμεί στο νησί και που λέγεται «Κολοβή». Εκεί επισκεφτήκαμε ένα ελαιοτριβείο στον παραδοσιακό οικισμό της Αγιάσου (ένα χωριό με ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα, με πετρόχτιστα σπίτια και με καλντερίμια που θυμίζουν Πήλιο), παρακολουθήσαμε βήμα – βήμα την πορεία του ελαιοκάρπου από την είσοδό του στο εργοστάσιο μέχρι την εξαγωγή του ελαιολάδου, και σας περιγράφουμε παρακάτω την όλη διαδικασία.

Το ελαιοτριβείο, που βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του χωριού, ανήκει στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Αγιάσου και εκσυγχρονίσθηκε πρόσφατα με υπερσύγχρονο εξοπλισμό του ιταλικού κατασκευαστικού οίκου Alfa Laval. Εκεί μεταφέρουν τη σοδειά της ημέρας οι Αγιασώτες –και όχι μόνο– ελαιοπαραγωγοί, οι περισσότεροι με τα αγροτικά τους αυτοκίνητα (pick up), ενώ κάποιοι και με τα ζώα τους.

Αφού φτάσουν στο εργοστάσιο τα σακιά με τον συλλεχθέντα ελαιόκαρπο, αδειάζονται σε μια μεγάλη χοάνη, στην είσοδο του ελαιοτριβείου. Από κει οι ελιές, μέσω περιστρεφόμενου κοχλία, ανεβαίνουν στον αποφυλλωτή, διαχωρίζονται από τα φύλλα και πέφτουν στο πλυντήριο για να καθαριστούν από τα χώματα, στην περίπτωση που είναι μαζεμένες από το έδαφος. Στη συνέχεια καταλήγουν σε μια δεύτερη χοάνη, απ? όπου μέσω ειδικού αναβατορίου φτάνουν στον λεγόμενο «σφυρόμυλο». Όπως μας είπε ο διευθυντής του ελαιοτριβείου Στρατής Μαγλογιάννης, σε αντίθεση με τις μυλόπετρες των παλιών εργοστασίων και τους σπαστήρες των νεότερων, ο σφυρόμυλος δεν συνθλίβει τον ελαιόκαρπο αλλά τον τεμαχίζει, κάτι που έχει μεγάλη σημασία για την ποιότητα του ελαιόλαδου. Για λόγους ασφαλείας και για μείωση του παραγόμενου θορύβου, οι χοάνες, ο αποφυλλωτής, το πλυντήριο και ο σπαστήρας βρίσκονται σε ένα είδος προθαλάμου, απ? όπου ειδικές κάμερες μεταφέρουν εικόνες στον κυρίως χώρο του εργοστασίου, όπου προβάλλονται σε ειδική οθόνη συμβάλλοντας στην άριστη εποπτεία του ελαιοτριβείου.

Αφού, λοιπόν, τεμαχιστεί ο ελαιόκαρπος, η παραχθείσα ελαιοζύμη οδηγείται στους μαλακτήρες, μεγάλους μεταλλικούς αποδέκτες με περιστρεφόμενα σπιράλ πτερύγια και με τοιχώματα στα οποία κυκλοφορεί ζεστό νερό, το οποίο θερμαίνεται από καυστήρα που λειτουργεί με πυρηνόξυλο (το υλικό που μένει από την ελαιοζύμη μετά την εξαγωγή του ελαιόλαδου και του πυρηνελαίου. Στους μαλακτήρες, μέσω της περιστροφής, της συνεχούς μάλαξης και της θέρμανσης διαπιδύει το ελαιόλαδο από την ελαιοζύμη, και σημαντική σ? αυτό το στάδιο είναι τόσο η θερμοκρασία όσο και η διάρκεια της μάλαξης.

Όσον αφορά τη θερμοκρασία της ελαιοζύμης, αυτή θα πρέπει να διατηρείται σταθερή στους 27 βαθμούς Κελσίου. Αν είναι μικρότερη θα υπάρξει απώλεια ελαιολάδου στην πυρήνα, ενώ αν είναι μεγαλύτερη θα καταστραφούν οι φαινόλες του ελαιολάδου (δηλαδή τα αντιοξειδωτικά του στοιχεία), με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητάς του και την αδυναμία διάθεσής του –ειδικά αν πρόκειται για βιολογικό ελαιόλαδο, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει αυστηρές προδιαγραφές.

Στα συγκεκριμένα μηχανήματα της Alfa Laval τη σταθερή θερμοκρασία της ελαιοζύμης εγγυώνται ειδικοί αισθητήρες θερμότητας, καθώς επίσης ο επιλογέας της θερμοκρασίας του νερού. Συγκεκριμένα, όταν ο αισθητήρας αντιληφθεί υπέρβαση της θερμοκρασίας της ελαιοζύμης, σταματάει την τροφοδοσία ζεστού νερού απ? την τριοδική βαλβίδα και δημιουργεί τοπικό κύκλωμα για το ήδη υπάρχον νερό, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται η ίδια θερμοκρασία τόσο για μεγάλες ποσότητες ελαιοζύμης (π.χ. ενός τόνου) όσο και για μικρές (π.χ. 100 κιλών), και να αποτρέπεται ο βρασμός της ελαιοζύμης όταν η ποσότητά της είναι μικρή.

Ειδικοί αισθητήρες έχουν τοποθετηθεί και για την πρόληψη της υπερχείλισης της ελαιοζύμης απ? τους μαλακτήρες. Συγκεκριμένα, ανάλογα με το μήκος της σωλήνωσης που συνδέει τον κάθε μαλακτήρα με το σφυρόμυλο, έχει τοποθετηθεί σε κάθε μαλακτήρα ένα ηλεκτρόδιο, στο κατάλληλο για κάθε μαλακτήρα ύψος. Το συγκεκριμένο ηλεκτρόδιο, μόλις έρθει σε επαφή με την ελαιοζύμη, δίνει εντολή να σταματήσει το αναβατόριο που τροφοδοτεί με ελαιόκαρπο το σφυρόμυλο, ώστε όταν η ελαιοζύμη των σωληνώσεων καταλήξει στο μαλακτήρα, αυτός να χωρέσει όλη τη μάζα της και να μην υπερχειλίσει.

Όσον αφορά τη διάρκεια της μάλαξης, γίνεται προσαρμογή των στροφών του διαφορικού ανάλογα με την ποιότητα του καρπού, ώστε να βγει καλό λάδι σε κάθε περίπτωση. Για παράδειγμα, όταν αλέθεται μια ποικιλία κόκκινης ελιάς («δαφνάρες» χαρακτήρισε τις συγκεκριμένες ελιές ο κ. Μαγλογιάννης), η ελαιοζύμη πρέπει να περάσει γρήγορα από το μαλακτήρα, ώστε να μην κολλήσει στα τοιχώματα και να προλάβει να γίνει η διαπίδυση του ελαιολάδου.

Όλες οι παραπάνω διαδικασίες ρυθμίζονται αυτόματα από σχετικό σύστημα μικροϋπολογιστών, το οποίο –όπως μας είπε ο κ. Στρατής– στοίχισε 13.000 ευρώ και καθιστά το ελαιοτριβείο ένα από τα πιο σύγχρονα εργοστάσια που υπάρχουν στο νησί.

Αφού ολοκληρωθεί η διαπίδυση στο μαλακτήρα, η ελαιοζύμη διοχετεύεται στα decander, δύο υπερσύγχρονα μηχανήματα της Alfa Laval, τα οποία απομακρύνουν το ελαιόλαδο απ? την ελαιοζύμη με τη μέθοδο της φυγοκέντρισης (και γι? αυτό αποδίδονται στα ελληνικά ως «φυγοκεντρικά μηχανήματα») και έχουν τη δυνατότητα να επεξεργαστούν 3,3 τόνους ελαιοζύμης την ώρα. Μετά την αφαίρεση του ελαιολάδου δεν μένουν παρά τα τρίμματα, η «πυρήνα», η οποία αποβάλλεται απ? τα decander και οδηγείται με περιστρεφόμενους κοχλίες σε ειδικό χώρο, όπου και απορρίπτεται. (Από κει θα την παραλάβουν φορτηγά για να τη μεταφέρουν στο πυρηνελαιουργείο της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λέσβου στη θέση «Ντίπι» στο μυχό του κόλπου της Γέρας, όπου θα αφαιρεθεί το πυρηνέλαιο και θα μείνει το λεγόμενο «πυρηνόξυλο», το οποίο αποτελεί καύσιμη ύλη, καθώς και πρώτη ύλη για παραγωγή πέλετ).

Μετά τα decander, το ελαιόλαδο οδηγείται στα λεγόμενα «λαβάλ» (από το λατινικό ρήμα lavo που σημαίνει «ξεπλένω», ελληνιστί διαχωριστήρες), όπου απομακρύνονται –πάλι με φυγοκέντριση– τα εναιωρήματα ελαιοζύμης, προκειμένου να βγει ελαιόλαδο διαυγές και απαλλαγμένο από «ξένες ύλες».

Και οι διαχωριστήρες είναι της Alfa Laval, με δυνατότητα διαχωρισμού 4.000 λίτρων την ώρα και με απόλυτα αυτοματοποιημένη λειτουργία, χάρη στην ύπαρξη κατάλληλων μικροϋπολογιστών. Αφού διαχωρίσουν το ελαιόλαδο του κάθε παραγωγού, αποβάλλουν τη συγκεντρωθείσα λάσπη και καθαρίζονται αυτόματα, με νερό που τους παρέχει σχετική ηλεκτροβάνα.

Το διαχωρισμένο ελαιόλαδο ρέει κατόπιν διαυγέστατο και λαμπερό σε δύο μεταλλικές και ανοξείδωτες υποδοχές, απ? όπου απαντλείται με αντλία σε πλαστικά δοχεία («λαγήνες» τα λένε στην τοπική διάλεκτο), στην περίπτωση που ο παραγωγός θέλει να πάρει το ελαιόλαδο στο σπίτι του για ιδιοκατανάλωση. Όταν όμως ο παραγωγός θελήσει να το διαθέσει προς πώληση, τότε το ελαιόλαδο διοχετεύεται σε δύο τετράγωνους μεταλλικούς αποδέκτες, οι οποίοι εδράζονται στο δάπεδο και είναι ταυτόχρονα και πλάστιγγες που συνδέεται με ψηφιακή οθόνη, όπου αναγράφεται η τελική ποσότητα του ελαιολάδου. Αφού, λοιπόν, ζυγιστεί το ελαιόλαδο σ? αυτούς τους αποδέκτες, καταλήγει σε ειδικές ανοξείδωτες δεξαμενές που βρίσκονται σε διαφορετικό χώρο του ελαιοτριβείου.

Τέσσερις τέτοιες δεξαμενές διαθέτει το ελαιοτριβείο, στις οποίες αποθηκεύεται το ελαιόλαδο ανάλογα με την ποιότητά του. Συγκεκριμένα, στην πρώτη δεξαμενή αποθηκεύεται ελαιόλαδο οξύτητας έως 0,8, στη δεύτερη ελαιόλαδο οξύτητας 0,9 – 1, στην τρίτη ελαιόλαδο οξύτητας 1-2, ενώ στην τέταρτη δεξαμενή καταλήγουν όλες οι υπόλοιπες ποιότητες ελαιολάδου, καθώς το ελαιόλαδο με οξύτητα μεγαλύτερη από 2 χαρακτηρίζεται ως «βιομηχανικό» και μη βρώσιμο.

Έτσι λοιπόν παράγεται το ελαιόλαδο στο ελαιοτριβείο της Αγιάσου, όπως και σε όλα τα φυγοκεντρικά ελαιοτριβεία της Ελλάδας. Μόνο που στο συγκεκριμένο ελαιοτριβείο, όπως μας είπε ο κ. Μαγλογιάννης, ο παραγωγός μπορεί να… πάει με κοστούμι και να φύγει ατσαλάκωτος, καθώς και βέβαιος ότι το ελαιόλαδό του είναι πρώτης ποιότητας –ειδικά αν πρόκειται για προϊόν βιολογικής καλλιέργειας.

Μας είπε επίσης ότι χάρη στο σύγχρονο εξοπλισμό του, την περίοδο αιχμής το εργοστάσιο λειτουργεί απ? τις 6:00 το πρωί ως τις 10:00 το βράδυ, σε δύο βάρδιες, αλέθοντας σε 16 ώρες 60 τόνους ελαιόκαρπου και παράγοντας ημερησίως έως και 15 τόνους ελαιολάδου. Μάλιστα, χάρη στις αυτοματοποιημένες διαδικασίες μπορεί να λειτουργήσει με τρεις μόλις εργαζόμενους.

«Εκτός από τον εξοπλισμό της Alfa Laval, μας είπε ο κ. Μαγλογιάννης, χρησιμοποιήθηκαν συστήματα αυτοματισμού της Siemens, καθώς και ηλεκτρικοί πίνακες της Α. Σαπουνάς. Όσο για τον πίνακα ελέγχου, αυτός είναι σχεδιασμένος και κατασκευασμένος στην Κρήτη, από την εταιρεία "Ι. Σταυρουλάκης – Ε. Χατζηδάκης ΟΕ". Διαθέτει έναν αυτόματο και ένα ρελέ για κάθε μηχάνημα και απαρτίζεται από αλληλοσυνδεόμενα συστήματα που λειτουργούν με "γέφυρες" και με πλήρη αλληλουχία. Όταν δεν λειτουργήσει ένα σύστημα που προηγείται δεν λειτουργεί ούτε το επόμενο, ενώ όταν τεθεί εκτός λειτουργίας το επόμενο απενεργοποιείται και το προηγούμενο».

Η επίσκεψή μας στο ελαιοτριβείο της Αγιάσου ολοκληρώθηκε με μια ξενάγηση σε έναν χώρο του ο οποίος φιλοξενεί παλιά μηχανήματα παραγωγής ελαιολάδου, αποτελώντας ένα είδος βιομηχανικού μουσείου. Εντύπωση μας έκαναν εκεί τα παλιά πιεστήρια (που πίεζαν σακιά γεμάτα ελαιοζύμη και που αντικαταστάθηκαν από τα φυγοκεντρικά μηχανήματα), καθώς και ο σπαστήρας με τις μυλόπετρες. «Το μουσείο αυτό, εξήγησε ο κ. Μαγλογιάννης, κατασκευάστηκε εξολοκλήρου με ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια ύψους 110.628 ευρώ. Από αυτά, τα 27.657 ευρώ προήλθαν από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, ενώ τα υπόλοιπα 82.971 ευρώ απ? το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού & Εγγυήσεων, καθώς το έργο είχε ενταχθεί στο Γ´ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης».

Τελικά αποχωρήσαμε απ? το ελαιοτριβείο έχοντας σχηματίσει σαφέστατη εικόνα, όχι μόνο για την πορεία του ελαιοκάρπου μέσα απ? τα μηχανήματα εξαγωγής ελαιολάδου, αλλά και για την πορεία της βιομηχανικής εξέλιξης στον τομέα της ελαιουργίας, έναν τομέα που είναι απ? τους πιο πλουτοπαραγωγικούς τομείς της χώρας μας, καθώς το ελαιόλαδο αποτελεί το σημαντικότερο εξαγόμενο ελληνικό προϊόν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ