ΑρχικήΣυνεντεύξειςΣυνέντευξη: ...

Συνέντευξη: Γιώργος Χριστόπουλος – Γενικός Διευθυντής ΣΕΒ

«Παραγωγικότητα είναι η ικανότητα της οικονομίας να παράγει περισσότερη αξία με τους ίδιους πόρους»

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια η βιομηχανία είναι πλέον γνωστές· ωστόσο οι γεωπολιτικές αναταράξεις και η αυξανόμενη αβεβαιότητα τις καθιστούν ολοένα και πιο έντονες. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) κ. Γιώργος Χριστόπουλος αναλύει τις πραγματικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κλάδος, εξηγεί γιατί η Ευρώπη έχει χάσει έδαφος έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, και υπογραμμίζει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα για τη βιομηχανική πολιτική θα καθορίσουν την πορεία και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας τα επόμενα χρόνια.

Συνέντευξη στο Γιώργο Μουσλή

–Το επιχειρηματικό και βιομηχανικό περιβάλλον διανύει μια περίοδο έντονων και πολλαπλών προκλήσεων. Ποιες είναι σήμερα οι σημαντικότερες προτεραιότητες που θέτει ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων-μελών του;

– Κεντρική προτεραιότητα αποτελεί η αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία σήμερα υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτή είναι η βασική προϋπόθεση για νέες επενδύσεις και καλύτερους μισθούς. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα με δεδομένο ότι η εξαντλείται η δυναμική του “rebound effect” μετά την κρίση, καθώς το ποσοστό ανεργίας είναι πλέον μονοψήφιο, ενώ παράλληλα το Ταμείο Ανάκαμψης φτάνει στο τέλος του.

Γύρω από το στόχο της αύξησης της παραγωγικότητας οργανώνονται οι επιμέρους προτεραιότητες.

Πρώτον, το ενεργειακό κόστος, που παραμένει σημαντικά υψηλότερο από αυτό ανταγωνιστικών χωρών. Υπάρχουν σήμερα περισσότερα περιθώρια εθνικών παρεμβάσεων τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Δεύτερον, η ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων, με εργαλεία όπως είναι οι υπεραποσβέσεις, οι οποίες προσφέρουν ταχύτητα και προβλεψιμότητα για τις επιχειρήσεις.

Τρίτον, οι δεξιότητες και το ανθρώπινο δυναμικό, όπου η έλλειψη τεχνικού προσωπικού έχει εξελιχθεί σε πραγματικό περιορισμό της παραγωγής. Τέταρτον, η ευρωπαϊκή διάσταση:Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστική σε μια Ευρώπη που δεν είναι. Γι’ αυτό ο ΣΕΒ παρεμβαίνει συστηματικά, και μέσω της BusinessEurope, στα μεγάλα ευρωπαϊκά νομοθετήματα για τη βιομηχανική πολιτική, την απλοποίηση της νομοθεσίας και την ενέργεια.

– Η πρόσφατη μελέτη του ΣΕΒ και του Ιδρύματος Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών ανέδειξε το διαχρονικό πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας στην Ελλάδα. Ποιοι είναι κατά τη γνώμη σας οι βασικοί λόγοι που μας κρατούν πίσω και ποιες παρεμβάσεις θα είχαν το μεγαλύτερο αποτέλεσμα;

– Τα ευρήματα της μελέτης είναι αποκαλυπτικά. Η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται σήμερα περίπου στα επίπεδα του 2.000 σε αποπληθωρισμένους όρους, ενώ στην ΕΕ έχει αυξηθεί σημαντικά. Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο αντιστοιχεί περίπου στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και η απόσταση διευρύνεται.

Οι αιτίες είναι κυρίως τρεις. Το επενδυόμενο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλότερο από την ΕΕ, και ειδικά στη βιομηχανία περισσότερο από δύο φορές. Χωρίς κεφαλαιακή εμβάθυνση δεν υπάρχει παραγωγικότητα. Η δεύτερη αιτία είναι το μέγεθος των επιχειρήσεων. Στην Ελλάδα λειτουργούν μόλις περίπου 650 επιχειρήσεις με πάνω από 250 εργαζόμενους. Οι μεγάλες επιχειρήσεις βρίσκονται στο 72% του ευρωπαϊκού μέσου όρου παραγωγικότητας, οι μεσαίες στο 39% και οι μικρές στο 19%. Η τρίτη αιτία είναι το θεσμικό περιβάλλον: η γραφειοκρατία, η αργή απονομή δικαιοσύνης και η αστάθεια του πλαισίου.

Θέλω να τονίσω κάτι που επισημαίνει σταθερά και ο πρόεδρος του ΣΕΒ. Η παραγωγικότητα δεν έχει καμία σχέση με την εντατικοποίηση της εργασίας ή με περισσότερες ώρες. Είναι η ικανότητα της οικονομίας να παράγει περισσότερη αξία με τους ίδιους πόρους. Οι παρεμβάσεις με το μεγαλύτερο αποτέλεσμα στο άμεσο διάστημα είναι:

– Κίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις όπως είναι οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις.

– Κίνητρα μεγέθυνσης και συνεργασιών μεταξύ επιχειρήσεων.

– Επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού και της υιοθέτησης τεχνητής νοημοσύνης.

– Στενότερη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας.

– Τα τελευταία χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη έχει διαμορφώσει ένα νέο τοπίο λειτουργίας για πολλές επιχειρήσεις. Πιστεύετε ότι τελικά θα δημιουργήσει περισσότερες ευκαιρίες ή προκλήσεις για την παγκόσμια βιομηχανία;

– Η απάντηση εξαρτάται από την ταχύτητα προσαρμογής. Για τη βιομηχανία που θα την υιοθετήσει έγκαιρα, η τεχνητή νοημοσύνη είναι ευκαιρία σε πολλές πτυχές λειτουργίας μιας επιχείρησης: βελτιστοποίηση παραγωγής, προβλεπτική συντήρηση, ποιοτικός έλεγχος, ενεργειακή διαχείριση. Για όσους καθυστερήσουν, θα λειτουργήσει ως πρόσθετο ανταγωνιστικό μειονέκτημα.

Υπάρχει και μια ευρωπαϊκή διάσταση που δεν πρέπει να υποτιμούμε: Η Ευρώπη υστερεί στην υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας, και το ρυθμιστικό της πλαίσιο οφείλει να διευκολύνει την καινοτομία· όχι να την επιβαρύνει. Η δική μου εκτίμηση είναι ότι, σε βάθος χρόνου, οι ευκαιρίες θα είναι πολλές, υπό την προϋπόθεση της ουσιαστικής επένδυσης στις δεξιότητες των ανθρώπων.

– Πρόσφατα το Ινστιτούτο Βιομηχανικής και Επιχειρησιακής Επιμόρφωσης & Κατάρτισης (Ι.Β.ΕΠ.Ε.) του ΣΕΒ μετονομάστηκε σε «ΣΕΒ Τεχνική Ακαδημία». Τι σηματοδοτεί αυτή η αλλαγή και ποιο είναι το όραμά σας για το νέο μοντέλο ανάπτυξης δεξιοτήτων;

– Θέλουμε να περάσουμε σε ένα μοντέλο συνδιαμόρφωσης προγραμμάτων μαζί με τις επιχειρήσεις, με άμεση εφαρμογή στον χώρο εργασίας. Η ακαδημία διατηρεί τον πυρήνα της τεχνικής κατάρτισης που στηρίζει επί δεκαετίες την παραγωγή, από ηλεκτροσυγκολλητές και χειριστές μέχρι τεχνικούς συντήρησης και εργοδηγούς, με σταθερή προτεραιότητα την ασφάλεια των εργαζομένων. Παράλληλα επεκτείνεται στις δεξιότητες της επόμενης μέρας, που είναι: αυτοματοποίηση και ρομποτική, αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγή, κυβερνοασφάλεια βιομηχανικών συστημάτων, ιχνηλασιμότητα και ποιοτικός έλεγχος.

– Η έλλειψη εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού αποτελεί πλέον ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα για πολλές βιομηχανικές επιχειρήσεις. Πιστεύετε ότι η χώρα θα χρειαστεί τα επόμενα χρόνια πιο οργανωμένες πολιτικές προσέλκυσης εργαζομένων από το εξωτερικό;

– Είναι δεδομένο ότι η δημογραφική πίεση εντείνεται, και τα περιθώρια περαιτέρω αύξησης της απασχόλησης από το εγχώριο δυναμικό στενεύουν. Το πρόβλημα αυτό είναι άμεσα ορατό, καθώς υπάρχουν σήμερα βιομηχανικές επενδύσεις που καθυστερούν ή υπολειτουργούν, επειδή δεν βρίσκουν τεχνικό προσωπικό.

Η απάντηση έχει τρία σκέλη. Το πρώτο είναι η καλύτερη αξιοποίηση του δυναμικού που ήδη διαθέτουμε. Η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένει χαμηλή σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και εκεί υπάρχει σημαντικό ανεκμετάλλευτο απόθεμα. Το δεύτερο είναι η επιστροφή Ελλήνων που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης, ανθρώπων με δεξιότητες και διεθνή εμπειρία που η ελληνική παραγωγή χρειάζεται. Το τρίτο σκέλος είναι πράγματι πιο οργανωμένες και στοχευμένες πολιτικές νόμιμης μετανάστευσης, προσανατολισμένες στους κλάδους και στις ειδικότητες όπου καταγράφονται τεκμηριωμένες ελλείψεις.

Δεν μιλάμε για οριζόντιες λύσεις, αλλά για ένα προβλέψιμο, γρήγορο και αξιοκρατικό σύστημα προσέλκυσης, με σαφή σύνδεση με τις ανάγκες της παραγωγής και με ενσωματωμένη τη διάσταση της κατάρτισης. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες με ισχυρή βιομηχανική βάση κινούνται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση.

– Υπάρχει μεγαλύτερη διάθεση για βιομηχανικές επενδύσεις στην Ελλάδα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια; Ποιοι παράγοντες εξακολουθούν να λειτουργούν αποτρεπτικά;

– Υπάρχει, και είναι μετρήσιμη. Οι συνολικές επενδύσεις έχουν ανέλθει περίπου στο 17% του ΑΕΠ, από 9% την προηγούμενη δεκαετία. Τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 8,8 δισ. ευρώ με τη συμμετοχή των τραπεζών, έχουν κινητοποιήσει επενδυτικά σχέδια αξίας 27,5 δισ. ευρώ. Βλέπουμε σημαντικά επενδυτικά προγράμματα να ανακοινώνονται από την ελληνική βιομηχανία σε μέταλλα, τρόφιμα, φάρμακα, χημικά και ενέργεια. Αυτό δείχνει εμπιστοσύνη.

Ταυτόχρονα, το επενδυτικό κενό παραμένει: Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται περίπου στο 21% του ΑΕΠ. Οι αποτρεπτικοί παράγοντες είναι γνωστοί:

– Το ενεργειακό κόστος, που για την ενεργοβόρο βιομηχανία είναι όρος επιβίωσης.

– Η απουσία ευέλικτων φορολογικών εργαλείων για παραγωγικές επενδύσεις. Και εδώ η χρονική διάσταση είναι κρίσιμη.

– Καθυστερήσεις έξι μηνών ή δύο ετών, που μπορούν να αλλάξουν πλήρως τις συνθήκες της αγοράς.

Αν σε αυτά προστεθεί η αργή απονομή της δικαιοσύνης, τα κενά στις βασικές υποδομές μεταφορών και η έλλειψη εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού, γίνεται σαφές ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια στην υλοποίηση νέων βιομηχανικών επενδύσεων.

– Αν έπρεπε να επιλέξετε τρεις παράγοντες που θα καθορίσουν την πορεία της ελληνικής βιομηχανίας για τα επόμενα χρόνια, ποιοι θα ήταν αυτοί; Και σε ποιους τομείς θεωρείτε ότι ο ΣΕΒ μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τις εξελίξεις;

– Πρώτος παράγοντας είναι η ενέργεια. Ανταγωνιστικό και προβλέψιμο ενεργειακό κόστος είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζονται όλα τα υπόλοιπα. Δεύτερος παράγοντας είναι η τεχνολογία και το μέγεθος: Η ταχύτητα υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης και του αυτοματισμού, σε συνδυασμό με τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων, θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό ποιες ελληνικές βιομηχανίες θα σταθούν στις διεθνείς αλυσίδες αξίας. Τρίτος παράγοντας είναι ο άνθρωπος, κι συγκεκριμένα η διαθεσιμότητα και οι δεξιότητες του τεχνικού δυναμικού.

Θα προσέθετα και έναν οριζόντιο παράγοντα: το ευρωπαϊκό περιβάλλον. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται τώρα στις Βρυξέλλες για τη βιομηχανική πολιτική, την απλοποίηση της νομοθεσίας, την ενέργεια και το εμπόριο θα διαμορφώσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ελληνική βιομηχανία. Νέες ευκαιρίες ανοίγονται εξάλλου σε τομείς όπως είναι η αμυντική βιομηχανία, όπου οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενταχθούν στις νέες ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας.

Ο ΣΕΒ μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τις εξελίξεις σε τρία επίπεδα:

α) Στην τεκμηρίωση, με μελέτες όπως είναι αυτή για την παραγωγικότητα, που στρέφουν τη δημόσια συζήτηση προς τις ουσιαστικές προκλήσεις της οικονομίας.

β) Στην ευρωπαϊκή εκπροσώπηση, μέσω της BusinessEurope, όπου οι θέσεις της ελληνικής βιομηχανίας ακούγονται εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.

γ) Στην πράξη, με πρωτοβουλίες όπως είναι η «ΣΕΒ Τεχνική Ακαδημία», τα GenAI Bootcamps και τα skills4jobs, οι οποίες στοχεύουν στην πραγματική σύνδεση των αναγκών της αγοράς με την απόκτηση δεξιοτήτων που εξασφαλίζουν ποιοτικές θέσεις εργασίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ