ΑρχικήΣυνεντεύξειςΝίκος Βέττας:...

Νίκος Βέττας: «Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται ακόμα από χαμηλή παραγωγικότητα σε μεγάλο μέρος της

Το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) πρόσφατα εκπόνησε μελέτη η οποία αναδεικνύει τους λόγους για τους οποίους η ελληνική βιομηχανία καταγράφει χαμηλή παραγωγικότητα, γεγονός που αναπόφευκτα επηρεάζει και την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Το περιοδικό «Μετάδοση Ισχύος» επικοινώνησε με τον γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ κ. Νίκο Βέττα, ο οποίος περιγράφει την τρέχουσα κατάσταση που αντιμετωπίζει η εγχώρια οικονομία, εστιάζοντας στις μεταποιητικές επιχειρήσεις. Αναφέρεται σε κρίσιμους παράγοντες όπως είναι οι τεχνολογίες 5.0, το ανθρώπινο δυναμικό και εξηγεί γιατί υπάρχει μεγάλο επενδυτικό κενό συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης.

Συνέντευξη στο Γιώργο Μουσλή

– Με δεδομένες τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών  ποιος θεωρείτε ότι είναι σήμερα ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ελληνική μεταποίηση; Το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις ή η χρόνια χαμηλή παραγωγικότητα; Ποιος από αυτούς τους παράγοντες εκτιμάτε ότι θα επηρεάσει περισσότερο την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας τα επόμενα χρόνια;

– Το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι γεωπολιτικές αναταράξεις και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες αποτελούν αναμφίβολα κρίσιμες προκλήσεις για τη μεταποίηση. Ωστόσο, πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν, με διαφορετική ένταση, όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Εκείνο που διαφοροποιεί την Ελλάδα και καθορίζει τελικά την ικανότητα της βιομηχανίας συνολικά να ανταπεξέλθει σε αυτές τις πιέσεις, είναι η παραγωγικότητα. Η χρόνια υστέρηση στην παραγωγικότητα, η σχετικά μικρή κλίμακα πολλών επιχειρήσεων, οι περιορισμένες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, καινοτομία και ανθρώπινο κεφάλαιο, καθώς και η συγκριτικά αργή διάχυση νέων παραγωγικών και οργανωτικών πρακτικών, αποτελούν τους σημαντικότερους κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης.

Μια επιχείρηση με υψηλή παραγωγικότητα μπορεί ευκολότερα να απορροφήσει αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος, να προσαρμοστεί σε διαταραχές του διεθνούς εμπορίου και να διατηρήσει τα μερίδιά της στις αγορές. Αντίθετα, μια οικονομία με χαμηλή παραγωγικότητα παραμένει ευάλωτη ακόμη και όταν οι εξωτερικές συνθήκες βελτιώνονται.

Για τα επόμενα χρόνια, επομένως, ο καθοριστικός παράγοντας δεν θα είναι τόσο το αν θα υπάρξει μία ακόμη εξωτερική κρίση –κάτι που ασφαλώς δεν μπορεί να αποκλειστεί– όσο το αν η Ελλάδα θα καταφέρει να αυξήσει διατηρήσιμα την παραγωγικότητα, μέσω επενδύσεων, τεχνολογικής αναβάθμισης, ενίσχυσης των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Από αυτό θα εξαρτηθεί η πραγματική σύγκλιση της ελληνικής βιομηχανίας με τις πιο προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες.

– Παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες στη μετάβαση προς ένα πιο παραγωγικό και εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο. Ποια θεωρείτε ότι είναι η σημαντικότερη διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας που εμποδίζει αυτή τη μετάβαση;

– Παρά την αδιαμφισβήτητη πρόοδο που έχει επιτευχθεί, η σημαντικότερη διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας παραμένει η περιορισμένη ικανότητά της να κατευθύνει πόρους –κεφάλαια, εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα– προς τις σχετικά πιο παραγωγικές και εξωστρεφείς χρήσεις.

Τα τελευταία χρόνια έχουν βελτιωθεί σημαντικά οι μακροοικονομικές συνθήκες, η δημοσιονομική σταθερότητα και η θέση της χώρας στις αγορές. Ωστόσο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα σε μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού της ιστού, από μικρό και μέσο μέγεθος επιχειρήσεων, καθώς επίσης από σχετικά χαμηλή ένταση επενδύσεων σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο.

Με δεδομένο το συσσωρευμένο επενδυτικό κενό, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αυξάνονται οι επενδύσεις, αλλά να κατευθύνονται σε δραστηριότητες που παράγουν υψηλότερη προστιθέμενη αξία και μπορούν να ανταγωνιστούν διεθνώς. Η εξωστρέφεια δεν αποτελεί ξεχωριστό στόχο από την παραγωγικότητα, αλλά είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αυτής.

Για να επιτευχθεί η μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο απαιτούνται ταχύτερη διάχυση της τεχνολογίας, ενίσχυση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, μεγαλύτερες και πιο ανταγωνιστικές επιχειρηματικές μονάδες, καθώς και ένα θεσμικό περιβάλλον που διευκολύνει τις επενδύσεις και την αναδιάρθρωση της οικονομίας.

 

– Η πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Παραγωγικότητα και Ανάπτυξη» αναδεικνύει τη χαμηλή παραγωγικότητα ως έναν από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Δεδομένου ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο, ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι βασικές αιτίες αυτής της υστέρησης και ποιοι δείκτες θα πρέπει να βελτιωθούν τα επόμενα χρόνια ώστε η χώρα να συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο;

– Η χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας δεν οφείλεται σε κάποιο μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά σε έναν συνδυασμό παραγόντων που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα με την οποία αξιοποιούνται το ανθρώπινο δυναμικό, το κεφάλαιο και η τεχνολογία.

Ένας πρώτος παράγοντας είναι η διάρθρωση του παραγωγικού ιστού. Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων, πολλές από τις οποίες δυσκολεύονται να αξιοποιήσουν οικονομίες κλίμακας, να επενδύσουν σε καινοτομία ή να ενταχθούν σε διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Στο ίδιο πλαίσιο η κλαδική διάρθρωση της οικονομίας, με την έννοια της κατανομής των επιχειρήσεων σε κλάδους παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων και μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, έχει σημαντικό ρόλο. Για παράδειγμα η μεταποίηση, η οποία αποτελεί τομέα με συγκριτικά υψηλότερη παραγωγικότητα, συμμετέχει με περίπου 9% στο ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 14,3% του ΑΕΠ.

Δεύτερος παράγοντας είναι το ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα οι επενδύσεις παρέμειναν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απαξίωση του παραγωγικού κεφαλαίου και την καθυστέρηση στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.

Τρίτον, υπάρχει υστέρηση στην καινοτομία και στη σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή. Παρά τη βελτίωση ορισμένων δεικτών τα τελευταία χρόνια, η οικονομία εξακολουθεί να παράγει σχετικά μικρό ποσοστό προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Τέταρτον, η αποτελεσματικότητα των θεσμών και της δημόσιας διοίκησης εξακολουθεί να επηρεάζει το επιχειρηματικό περιβάλλον, αυξάνοντας το κόστος προσαρμογής και περιορίζοντας την ταχύτητα με την οποία μετακινούνται πόροι προς πιο παραγωγικές δραστηριότητες. Τέλος, η ανάπτυξη δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού δεν συμβαδίζει πάντοτε με τις ανάγκες μιας οικονομίας που μετασχηματίζεται ψηφιακά και τεχνολογικά.

Εάν θέλουμε να συγκλίνουμε με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, θα πρέπει να δούμε βελτίωση σε σειρά κρίσιμων δεικτών, όπως είναι το ύψος των παραγωγικών επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη, η ψηφιακή ένταση των επιχειρήσεων, η εξωστρέφεια, η συμμετοχή σε διεθνείς αλυσίδες αξίας, οι δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, η παραγωγικότητα της εργασίας και η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής.

Η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται με μία μόνο πολιτική. Απαιτείται ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που να επιτρέπει στις πιο δυναμικές επιχειρήσεις να αναπτύσσονται.

– Σε μια περίοδο όπου η τεχνητή νοημοσύνη, ο αυτοματισμός και οι τεχνολογίες της Βιομηχανίας 4.0 μετασχηματίζουν ραγδαία το παραγωγικό περιβάλλον, ποιοι κλάδοι της ελληνικής μεταποίησης εκτιμάτε ότι θα ωφεληθούν περισσότερο; Ποιες κυρίως κατηγορίες εργαζομένων ή δεξιοτήτων κινδυνεύουν να βρεθούν υπό πίεση και ποιες πολιτικές απαιτούνται για να διασφαλιστεί μια δίκαιη και ομαλή προσαρμογή;

– Η τεχνητή νοημοσύνη, ο αυτοματισμός και γενικότερα οι τεχνολογίες της Βιομηχανίας 4.0 αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη τεχνολογική ευκαιρία για την ενίσχυση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια. Για μια χώρα που εξακολουθεί να παρουσιάζει παραγωγικό κενό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η ταχύτερη υιοθέτηση αυτών των τεχνολογιών μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής σύγκλισης.

Στη μεταποίηση, μεγαλύτερα οφέλη αναμένεται να προκύψουν σε κλάδους όπου υπάρχουν δυνατότητες αυτοματοποίησης διαδικασιών, αξιοποίησης δεδομένων και βελτίωσης της ποιότητας των προϊόντων. Τέτοιοι κλάδοι είναι τα τρόφιμα και ποτά, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα χημικά, τα δομικά υλικά, η μεταλλουργία και γενικότερα οι εξαγωγικοί κλάδοι που λειτουργούν σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.

Η τεχνολογία, ωστόσο, δεν επηρεάζει μόνο τις επιχειρήσεις αλλά και την αγορά εργασίας. Οι εργασίες που βασίζονται κυρίως σε επαναλαμβανόμενα και τυποποιημένα καθήκοντα είναι εκείνες που είναι πιθανότερο να δεχθούν πίεση. Αντίθετα, θα αυξηθεί η ζήτηση για δεξιότητες που σχετίζονται με την ανάλυση δεδομένων, τη διαχείριση αυτοματοποιημένων συστημάτων, τον προγραμματισμό και τη μηχανική, αλλά και για οριζόντιες δεξιότητες όπως είναι η επίλυση προβλημάτων, η προσαρμοστικότητα και η συνεργασία.

Το κρίσιμο ζήτημα στο τρέχον στάδιο της ελληνικής οικονομίας δεν είναι αν η τεχνολογία θα αντικαταστήσει την εργασία, αλλά αν το ανθρώπινο κεφάλαιο θα μπορέσει να προσαρμοστεί αρκετά γρήγορα. Για το λόγο αυτό απαιτούνται πολιτικές που θα ενισχύσουν την αναβάθμιση δεξιοτήτων, τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της παραγωγής και τη διά βίου μάθηση.

Παράλληλα, οι μικρότερες επιχειρήσεις πρέπει να αποκτήσουν πρόσβαση στα εργαλεία και στους πόρους που απαιτούνται για τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους. Εάν η μετάβαση αυτή συνοδευτεί από επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο, μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε υψηλότερη παραγωγικότητα, αλλά και σε καλύτερες θέσεις εργασίας και υψηλότερα εισοδήματα.

 

– Η διεθνής τάση επαναπατρισμού παραγωγικών δραστηριοτήτων και αναδιάρθρωσης των εφοδιαστικών αλυσίδων δημιουργεί νέα δεδομένα για τη βιομηχανία. Μπορεί η Ελλάδα να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία για να προσελκύσει παραγωγικές επενδύσεις και να ενισχύσει την παραγωγική της βάση;

– Οι ανακατατάξεις που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας δημιουργούν πράγματι νέες ευκαιρίες για χώρες όπως η Ελλάδα. Οι επιχειρήσεις διεθνώς δίνουν πλέον μεγαλύτερη έμφαση όχι μόνο στο κόστος παραγωγής, αλλά και στην ανθεκτικότητα, την ασφάλεια εφοδιασμού και τη γεωγραφική εγγύτητα προς τις μεγάλες αγορές.

Η Ελλάδα διαθέτει ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα: στρατηγική γεωγραφική θέση, συμμετοχή στην Ευρωζώνη, βελτιωμένες υποδομές μεταφορών και logistics, καθώς και ένα πιο σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον σε σχέση με το παρελθόν. Αυτά μπορούν να την καταστήσουν ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις που αναζητούν μια βάση παραγωγής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο, η μετατόπιση παραγωγικών δραστηριοτήτων προς την Ευρώπη δεν θα οδηγήσει αυτόματα σε επενδύσεις στην Ελλάδα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ χωρών είναι έντονος και οι επενδυτές αξιολογούν παράγοντες όπως είναι η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, η ταχύτητα αδειοδότησης, η ποιότητα των θεσμών, το ενεργειακό κόστος και η δυνατότητα δημιουργίας οικοσυστημάτων προμηθευτών και συνεργατών.

Επομένως, η πρόκληση είναι να μετατραπεί η τρέχουσα ευκαιρία σε μόνιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αυτό απαιτεί επιτάχυνση των επενδύσεων, ενίσχυση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στήριξη δραστηριοτήτων με υψηλή προστιθέμενη αξία. Στο βαθμό που η χώρα μας καταφέρει να βελτιώσει τους παράγοντες αυτούς, θα προσελκύσει όχι μόνο επενδύσεις που αναζητούν εγγύτητα στις ευρωπαϊκές αγορές, αλλά και παραγωγικές δραστηριότητες με μεγαλύτερη τεχνολογική ένταση και εξαγωγικό προσανατολισμό.

 

– Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε τα σημαντικότερα ζητήματα που θα καθορίσουν την πορεία της ελληνικής βιομηχανίας την επόμενη τριετία, ποια θα ήταν αυτά; Και με ποιον τρόπο σκοπεύει το ΙΟΒΕ να συμβάλει στο δημόσιο διάλογο και στη διαμόρφωση προτάσεων πολιτικής που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας;

– Η επόμενη τριετία θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την ελληνική βιομηχανία, καθώς θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό αν η χώρα θα μπορέσει να μετατρέψει τη σημερινή περίοδο σταθερότητας σε μια φάση ισχυρότερης παραγωγικής αναβάθμισης. Θα ξεχώριζα πέντε βασικά ζητήματα, που είναι τα εξής:

α) Η αύξηση της παραγωγικότητας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντική απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και η σύγκλιση των εισοδημάτων προϋποθέτει ταχύτερη βελτίωση της παραγωγικής αποτελεσματικότητας.

β) Οι επενδύσεις σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και ψηφιακό μετασχηματισμό. Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, των δεδομένων και των τεχνολογιών της Βιομηχανίας 4.0 θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας.

γ) Το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η διαθεσιμότητα κατάλληλων δεξιοτήτων και η προσαρμογή του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης στις ανάγκες της παραγωγής θα επηρεάσουν καθοριστικά τις αναπτυξιακές προοπτικές.

δ) Η ενεργειακή μετάβαση. Η μείωση του ενεργειακού κόστους, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η προσαρμογή στους στόχους της πράσινης μετάβασης αποτελούν πλέον κεντρικά ζητήματα βιομηχανικής πολιτικής.

ε) Η ενίσχυση της εξωστρέφειας και της συμμετοχής των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αλυσίδες αξίας, σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων και αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου εμπορίου.

Όσον αφορά το ΙΟΒΕ, ως ανεξάρτητο κοινωφελές Ίδρυμα, ο ρόλος του είναι να συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο με τεκμηριωμένη ανάλυση, αξιόπιστα δεδομένα και προτάσεις οικονομικής πολιτικής. Μέσα από μελέτες, έρευνες, δείκτες παρακολούθησης της οικονομίας και αξιολόγηση πολιτικών, επιδιώκουμε να αναδεικνύουμε όχι μόνο τα προβλήματα αλλά και τις εφικτές λύσεις προς όφελος της ελληνικής οικονομίας.

Η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η προσέλκυση επενδύσεων, η βελτίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου και η επιτάχυνση του παραγωγικού μετασχηματισμού της χώρας θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο επίκεντρο της ερευνητικής μας δραστηριότητας. Τελικά, η ανταγωνιστικότητα δεν είναι αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης παρέμβασης, αλλά της συστηματικής βελτίωσης πολλών παραγόντων ταυτόχρονα. Σε αυτήν ακριβώς τη συζήτηση φιλοδοξεί να συμβάλει το ΙΟΒΕ.

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ